Ο φόβος της οικειότητας

Τι είναι αυτό που μας κρατά μακριά από έναν μεγάλο έρωτα; Τι κρύβεται, πίσω από τον φόβο της συναισθηματικής οικειότητας στις σχέσεις μας; Τι είναι αυτό που μας τρομάζει; Γιατί ενώ αναζητούμε την συντροφικότητα, κάνουμε ο,τι μπορούμε συνειδητά ή ασυνείδητα για να διώξουμε τον άλλον μακριά μας ή κάνουμε αναστροφή και τρέχουμε;

Γράφει η ψυχολόγος Βιβή Πετμεζά

Πολλοί άνθρωποι τρέμουν στην ιδέα του αληθινού έρωτα. Επιστημονικά ο φόβος της αγάπης έχει χαρακτηριστεί ως φόβος της οικειότητας και είναι υπεύθυνος για την ενεργοποίηση μιας σειράς αυτόματων αμυντικών μηχανισμών που χαρίζουν, μόνο προσωρινά, την ψευδαίσθηση της ασφάλειας. 
Η έννοια της οικειότητας προϋποθέτει το μοίρασμα της δικής μας πραγματικότητας και την αποδοχή της πραγματικότητας του άλλου, χωρίς κανείς από τους δυο να κρίνει αυτές τις πραγματικότητες  ή να προσπαθεί να τις αλλάξει. Οικειότητα σημαίνει μοίρασμα.  Μοιράζομαι τα πιο κρυμμένα συναισθήματα και τις πιο μύχιες σκέψεις μου με έναν άλλο άνθρωπο.

Κάθε επαφή προϋποθέτει πλησίασμα. Για να μπορέσει όμως να μας πλησιάσει κάποιος χρειάζεται να είμαστε ανοιχτοί και διαθέσιμοι. Το να είναι κάποιος ανοιχτός και διαθέσιμος σημαίνει ότι ο άλλος θα τον δει όπως είναι πραγματικά, χωρίς κάποιο ψεύτικο προσωπείο. Αυτό όμως εμπεριέχει τον κίνδυνο της έκθεσης και την πιθανότητα της απόρριψης. 

Φοβόμαστε ότι αν ο άλλος δει τα τρωτά κομμάτια του εαυτού μας, που ούτε εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε να αποδεχτούμε, δεν θα μας θέλει πια. Γιατί νομίζουμε ότι ο άλλος μας θέλει και μας εκτιμάει μόνο για τα προτερήματα μας. Πιστεύουμε ότι για άλλη μια φορά ο άλλος θα μας απορρίψει, όπως τόσοι και τόσοι στο παρελθόν, γονείς, δάσκαλοι, σύντροφοι, γιατί δεν έχουμε καταφέρει να ξεφορτωθούμε αυτά τα μελανά στοιχεία του εαυτού μας.
Επειδή φοβόμαστε την οικειότητα και προκειμένου να προστατευτούμε και να έχουμε  τον έλεγχο της κατάστασης, προσπαθούμε σκληρά να κρύψουμε, να κουκουλώσουμε, να καμουφλάρουμε την ευαλωτότητά μας, οπότε και κλεινόμαστε στον εαυτό μας κρατώντας συναισθηματική απόσταση, μειώνοντας έτσι τις πιθανότητες να νιώσουμε πόνο. 

Η αίσθηση αυτού του ελέγχου είναι επίπλαστη, αφού το άτομο παραμένει δέσμιο του ίδιου του φόβου του, τον οποίο προσπαθεί να ξορκίσει με κάθε τρόπο. Και αυτό συμβαίνει γιατί τον έλεγχο δεν τον έχει το άτομο, αλλά το ίδιο το συναίσθημα του φόβου το οποίο παραμένει καλά κρυμμένο. 
Η αγάπη και η στενή σχέση, η ανάμειξη με ανθρώπους μπορεί να μας κάνει να νιώθουμε πολύ ωραία, όμως η αβεβαιότητα της στενής σχέσης και η ευαλωτότητα που αυτή φέρει, έχει κινδύνους. Η αγάπη φέρνει χαρά και ζεστασιά, αλλά πάντα υπάρχει η περίπτωση της απόρριψης που μπορεί να μας πληγώσει. Το να αφεθώ δε συμβιβάζεται με το ελέγχω, αφού αν αφεθώ δε γνωρίζω την έκβαση της κατάστασης. Επομένως  δεν πλησιάζω κοντά στον άλλο, ακριβώς, για να μη δει πώς είμαι πραγματικά και με εκμεταλλευτεί.

Οπότε αρνούμενοι την αγάπη, προστατευόμαστε από το άγχος που προκαλείται από αυτή.
Και έτσι γινόμαστε νευρωτικοί, δεν μπορούμε να νιώσουμε την σχέση μας, δεν μπορούμε να δώσουμε στην σχέση μας, δεν μπορούμε να δώσουμε στον εαυτό μας, δεν μπορούμε να χαρούμε, δεν μπορούμε να είμαστε αληθινοί. 

Το αποτέλεσμα όλου αυτού είναι να μπαίνουμε σε ένα διαρκές κυνηγητό χρόνου και δραστηριοτήτων για να γλιτώσουμε από τον εαυτό μας, γιατί δεν αντέχουμε να τον αντικρύσουμε. Γιατί τον κατακρίνουμε και θέλουμε να ναρκώσουμε αυτό το συναίσθημα κάνοντας συνεχώς κάτι. Γιατί αν λίγο ηρεμήσουμε, τα συναισθήματα μας κατακλύζουν, μας συνθλίβουν και δεν το αντέχουμε αυτό. Και έτσι ξεκινάει ένας φαύλος κύκλος του: δεν αποδέχομαι κομμάτια μου εαυτού μου, προσπαθώ είτε να τα κρύψω είτε να τα διώξω και φτάνω στο σημείο να είμαι συνεχώς σε δραστηριότητα προκειμένου να ξεχαστώ.

Στη Θεωρία του Δεσμού εξηγείται τη δυναμική των ανθρώπινων σχέσεων. Η θεωρία υποστηρίζει ότι η σχέση που είχαμε ως βρέφη με τους γονείς μας ή με τους ανθρώπους που μας φρόντιζαν, παίζει καθοριστικό ρόλο στο πώς θα σχετιζόμαστε σε όλες τις σχέσεις μας στο μέλλον και κατά συνέπεια τι βαθμό οικειότητας θα καλλιεργήσουμε μέσα σε αυτές. Με βάση αυτή την θεωρία, φαίνεται ότι ο φόβος της οικειότητας προέρχεται ουσιαστικά από δύο άλλους φόβους: τον φόβο της απόρριψης-εγκατάλειψης και τον φόβο ότι θα γίνουμε αντικείμενο ελέγχου και εισβολής από τον άλλο με αποτέλεσμα να χάσουμε τον εαυτό μας (ισοπέδωση της προσωπικότητας μας). 

Οπότε, ο τρόπος με τον οποίο ο γονέας  ανταποκρίνεται και καλύπτει τις ανάγκες μας (σωματικές και συναισθηματικές), από τα πρώτα στάδια ανάπτυξης ή ακολουθεί ένα δικό του πρόγραμμα βάση των δικών του αναγκών, είναι υπεύθυνος για τη  δημιουργία φιλικής ή εχθρικής αίσθησης για το περιβάλλον και τον κόσμο γύρω μας και διαμορφώνει τις άμυνες μας για τη συναισθηματική εγγύτητα. 

Παράλληλα, εάν μεγαλώνουμε σε μια οικογένεια όπου επικρατεί υπέρμετρη τάση εκλογίκευσης, δεν θα μάθουμε να είμαστε σε επαφή με τα συναισθήματά μας, θα νιώθουμε ότι η εμπειρία της συναισθηματικής έκφρασης και εγγύτητας μας κατακλύζει και δεν θα μπορούμε να την διαχειριστούμε. Μπορεί ακόμα να μας έχει δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι όταν ανοιγόμαστε και εμπιστευόμαστε κάποιον, αυτός θα μας προδώσει. 
Εάν έχουμε μεγαλώσει σε μια οικογένεια στην οποία οι γονείς ήταν ιδιαίτερα καταπιεστικοί και δεν άφηναν περιθώρια ανεξαρτητοποίησης, τότε μεγαλώνοντας, κάθε φορά που θα ερχόμαστε πιο κοντά με έναν άλλο άνθρωπο, θα νιώθουμε άγχος και την τάση να απομακρυνθούμε από τη συντροφικότητα. 

Επίσης, αν έχουμε νιώσει στην παιδική μας ηλικία συναισθηματικά εγκατάλειψης από τους γονείς μας, μπορεί κάθε φορά που θα απομακρύνεται ο σύντροφός μας,  να νιώθουμε ότι μας εγκαταλείπουν. Κι έτσι να γαντζωνόμαστε από αυτόν.  Οπότε στις ερωτικές σχέσεις αυτό που κάνουμε είναι να επαναλαμβάνουμε τη σχέση που είχαμε με τους γονείς μας και να ξαναζούμε τις δυσκολίες ή τα αδιέξοδα που την συνόδευαν. Εάν η σχέση αυτή δεν λειτουργούσε ώστε να νιώθουμε χαρά και αναγνώριση, μοιάζει σαν να ξαναζούμε την ίδια δυσκολία και στις ερωτικές σχέσεις συσσωρεύοντας στέρηση ικανοποίησης. Όπως δηλαδή στη σχέση με τους γονείς  έτσι και στις ερωτικές σχέσεις, υπήρχε κάτι το οποίο επιθυμούσαμε να λάβουμε -σε συναισθηματικό επίπεδο- και ποτέ δεν τα καταφέρναμε. 

Βάσει αυτού, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι όταν η αγάπη και η συντροφικότητα δεν έχουν βιωθεί από την παιδική ηλικία, τότε μπορεί το άτομο να μην γνωρίζει τον τρόπο αναζήτησής τους στο σήμερα.
Στον πυρήνα είτε της κατεύθυνσης της εγγύτητας είτε της απομάκρυνσης, εντοπίζεται  πάντα η έντονη επιθυμία του ατόμου για μια σχέση με ένα σημαντικό πρόσωπο αλλά και ενός αυτόνομου «εγώ» που μπορεί να επιβιώσει μόνο του. Αυτή όμως η επιθυμία και η προσμονή γεννούν άγχος καθώς η εγγύτητα γεννά αυτόματα το φόβο ότι ο σημαντικός «άλλος» θα μας «καταπιεί», θα μας επιβληθεί και θα μας αφομοιώσει κι έτσι θα χάσουμε όχι μόνο την αυτονομία μας αλλά τον ίδιο μας τον εαυτό. Αυτός, λοιπόν, είναι ο βασικός λόγος που ενώ θέλουμε να βρεθούμε σε μια σχέση, δεν τα καταφέρνουμε. 

Όσα αναφέρονται  λειτουργούν σε ασυνείδητο επίπεδο, δηλαδή το άτομο δεν κατανοεί τι δεν λειτουργεί σωστά, τι δεν πάει καλά με το ίδιο, γιατί επαναλαμβάνονται όσα το πληγώνουν, τι το οδηγεί σε λανθασμένες επιλογές  ενώ επιθυμεί διακαώς να λειτουργήσει καλά μια σχέση στη ζωή του. 

Το πρώτο βήμα για το άτομο, είναι να συνειδητοποιήσει τί είναι αυτό που το τρομάζει στην προοπτική μιας μακροχρόνιας συντροφικής σχέσης, ποιοι είναι οι φόβοι αλλά και οι προσδοκίες του και να εντοπίσει τα μοτίβα συμπεριφοράς του που σαμποτάρουν τις σχέσεις του. Αυτό θα συμβεί μόνο αν επιδιώξει να αποκτήσει  μια καλύτερη σχέση με τον εαυτό του ώστε στη συνέχεια να επιτύχει και μια εποικοδομητική σχέση με έναν σταθερό σύντροφο. Καλύτερη σχέση με τον εαυτό σημαίνει αποδοχή της μη τελειότητάς μας. Αποδοχή του γεγονότος ότι μπορεί για μια ολόκληρη ζωή να ζούμε με το φόβο να δείξουμε ότι δεν είμαστε αψεγάδιαστοι. Θέλει πολύ ενέργεια να προσπαθεί κάποιος να δείχνει συνεχώς αυτό που νομίζει ότι θέλουν οι άλλοι να βλέπουν σε εκείνον προκειμένου να τον αποδεχτούν. Η ζωή μας ανήκει και είναι καιρός να αρχίσουμε να ζούμε για εμάς. Και αυτό σημαίνει ότι για να είμαστε αληθινοί, είμαστε και ατελείς, είμαστε και αδύναμοι, είμαστε και ευαίσθητοι, είμαστε και παιδιά, είμαστε και έτσι και αλλιώς, γιατί η ομορφιά δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ατέλεια.

Κλείνοντας θα σημειώσω ότι έως ότου μπορέσετε να χειριστείτε το πραγματικό πρόβλημα και να προβληματιστείτε σχετικά με αιτίες, μοτίβα και συμπεριφορές, η αγάπη μπορεί να σας κοιτάζει επίμονα κατά πρόσωπο και εσείς να μην είστε σε θέση να το αναγνωρίσετε. Έχετε παγιδευτεί σε μηχανισμούς άμυνας προσπαθώντας να διαπραγματευτείτε τις δικές σας πληγές, το δικό σας πόνο. Προσπαθείτε να αποφύγετε τον κίνδυνο, αλλά εξαπατάτε την ανάγκη σας για ζεστασιά, σχέση και μοίρασμα. Και το θλιβερό είναι ότι αυτό δεν είναι συνειδητή επιλογή, γιατί τότε δε θα πείραζε. Κάτι μοιάζει να πάει στραβά με σας, αλλά δεν ξέρετε τι είναι ούτε πώς να το φτιάξετε. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Είστε απλά παγιδευμένοι μέσα στον εαυτό σας.
Αξίζουμε όλοι μας να αγαπηθούμε πολύ. Και μπορούμε να βρούμε και να αγαπήσουμε ένα σύντροφο που θα είναι ασφαλές να είμαστε μαζί του.

Πηγή: xronos.gr

klik.gr

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ