Σύλβια Πλαθ | Αν δε σκεφτόμουν θα ήμουν πιο ευτυχισμένη…

Η ευαίσθητη ποιήτρια που εγκαταλείφθηκε από τον άνδρα της, ο ‘οικιακός’ θάνατος της, η εκδίκηση & το υπέροχο ποίημά της : ’Καθρέφτης’. Στις 26/2/1956 γνωρίστηκε με τον Τεντ Χιουζ.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

“Ένα συντριβάνι αίματος είναι η ποίηση. Δεν μπορείς να το σταματήσεις”, είχε προφητεύσει κάποτε μια εξαίρετη ποιήτρια.  Μια αυτόχειρας που ξεχείλιζε οργή γιατ ους ψεύτικους εαυτόυς με τους οποίους έζησε, για την έμπνευση που στρίμωχνε ανάμεσα σε νοικοκυριό και δύο παιδιά, αλλά και για τους άνδρες τους οποίους υπηρέτησε. Τον πατέρα της που έχασε στα οκτώ της χρόνια και τον άνδρα της, τον ποιητή Τεντ Χιουζ. Ο λόγος για τη Σύλβια Πλαθ, τον “άγγελο εκδικητή” του φεμινισμού, όπως την αποκάλεσαν.

Γεννήθηκε στη Βοστώνη. Κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει το ταλέντο της που φαίνεται μέσα από την ποίησή της. Μια γραφή απόλυτα προσωπική και ξεχωριστή από τις πρώτες της συλλογές.  Το “Χειμωνιάτικο Πλοίο” (The Winter Ship), “Ο Κολοσσός” (The Colossus) απογειώθηκαν με την κραυγή αγωνίας των ποιημάτων τα οποία δημιούργησε τους οκτώ τελευταίους μήνες της ζωής της.

Δημοσιεύτηκαν αφού έφυγε από τη ζωή, στη συλλογή “Ariel” και θυμίζουν μια κραυγή απόγνωσης λίγο πριν το θάνατο.

Η δύναμή της στη γραφή και οι εξαίρετες επιδόσεις της στις σπουδές και τα λογοτεχνικά βραβεία που απέσπασε, είναι αντιφατικά με τον εύθραστο χαρακτήρα της.

Ποιός μπορούσε να φανταστεί ότι πίσω από όλα αυτά “κρύβονται” πολλά ηλεκτροσόκ, ένας νευρικός κλονισμός και μια απόπειρα αυτοκτονίας όπως μάλιστα περιγράφεται και στο μυθιστόρημά της The Bell Jar” το οποίο δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Βικτώρια Λούκας.

Στις 25 Φεβρουαρίου του 1956 συναντά το “μοναδικό της ταίρι”, τον Τεντ Χιουζ, ενώ σπούδαζε με υποτροφία στο Cambridge. Τέσσερις μήνες αργότερα παντρεύονται και από τότε άρχισε να νιώθει ότι η ζωή της τελμάτωνε…

Εκείνος καταξιωνόταν, εκείνη έκανε τη στενογράφο του, ενώ φρόντιζε την κόρη και το γιο τους. Τα δικά της γραπτά τα άφηνε σε δεύτερη μοίρα τα ξημερώματα…

Όταν δε, ο άντρας της την εγκατέλειψε για κάποια άλλη, έχασε εντελώς την ισορροπία της. Ήταν 11 Φεβρουαρίου του 1963 όταν έδωσε τραγικό τέλος στη ζωή της… Άφησε το γάλα των παιδιών της δίπλα στις κούνιες τους, έβαλε το κεφάλι της στο φούρνο και άνοιξε το υγραέριο.  Στις αρχές εκείνης της χρονιάς ανακαλύφθηκε ότι σε παλαιότερες άγνωστες επιστολές που έγραψε η Πλαθ στην πρώην ψυχίατρό της, Dr Ruth Barnhouse, ισχυριζόταν πώς ο Τεντ τη χτύπησε δύο ημέρες πριν τη δεύτερη αποβολή της.

Ο Χιουζ προτίμησε να κάψει ένα μεγάλο μέρος από τα ημερολόγιά της, καθώς ισχυρίστηκε ότι “υπάρχουν πράγματα που τα παιδιά μας δεν πρέπει να διαβάσουν”.

Με το θάνατό της, όχι μόνο στοίχειωσε τη ζωή του άπιστου συζύγου της αλλά και σφράγισε την εποχή της. Ομάδες οργισμένων γυναικών έσβησαν από την ταφόπλακά της το όνομα Χιουζ… Έξι χρόνια αργότερα, η ποιήτρια για την οποία εγκατέλειψε ο Τεντ τη Σύλβια, η Άσια Ουέβιλ, και η κόρη της Σούρα, βρέθηκαν νεκρές με το κεφάλι τους μέσα στο φούρνο… Ίσως εδώ ταιριάζει το γνωμικό: “ό,τι σπέρνεις θερίζεις…”

 

Ακολουθεί το ποίημα της Σύλβια Πλαθ, “Καθρέφτης” (Mirror). Σε αυτό, ένας καθρέφτης -προικισμένος με ανθρώπινα χαρακτηριστικά- περιγράφει την ύπαρξή του και τον ιδιοκτήτη του. Όπως παρατηρεί ο καθρέφτης, συνεχώς μεγαλώνει. Δεν πρόκειται για ένα σκληρό καθρέφτη, παραμόνο “ειλικρινή”.

Μια γυναίκα κοιτάζει μέσα σε αυτόν. Προτιμά να κοιτάξει τον εαυτό της υπό το φως των κεριών ή του φεγγαριού, για να κρυφτεί πίσω από μια ψευδαίσθηση. Μόνο ο καθρέφτης, που εδώ υφίσταται ως λίμνη, αναπαραστά τον εαυτό της όπως είναι πραγματικά…

 

Είμαι ασημένιος και σωστός. Χωρίς προκαταλήψεις/Ότι κι αν δω το καταπίνω αμέσως/Έτσι όπως είναι, αθάμπωτο από αγάπη ή απέχθεια./Δεν είμαι σκληρός, μονάχα ειλικρινής/Το μάτι ενός μικρού θεού, τετραγωνιασμένο./Τον περισσότερο καιρό στοχάζομαι στον τοίχο απέναντι./Είναι ρόδινος, με πιτσιλιές. Τον έχω δει τόσο πολύ/Που φαίνεταισαν μέρος της καρδιάς μου. Μα τρεμοπαίζει./Πρόσωπα και σκοτάδι μας χωρίζουν πάλι και πάλι./Μια λίμνη είμαι τώρα. Μια γυναίκα σκύβει πάνω μου,/Ψάχνοντας στις εκτάσεις μου αυτό που πράγματι είναι./Στρέφει μετά σ’ αυτούς τους ψεύτες, το φεγγάρι ή τα κεριά./Βλέπω τη ράχη της, και πιστά την καθρεφτίζω./Με δάκρυα μ’ ανταμείβει κι ένα τρέμουλο χεριών./Είμαι γι’ αυτήν σημαντική. Έρχεται και φεύγει./Κάθε πρωί η μορφή της παίρνει του σκοταδιού τη θέση./Μέσα μου έχει πνίξει ένα κορίτσι, και εκεί μια γριά/Μέρα με τη μέρα ορθώνεται εμπρός της, σαν ψάρι τρομερό.

 

Mirror

I am silver and exact. I have no preconceptions/Whatever I see, I swallow immediately/Just as it is, unmisted by love or dislike/I am not cruel, only truthful/The eye of a little god, four-cornered/Most of the time I meditate on the opposite wall/It is pink, with speckles. I have looked at it so long/I think it is a part of my heart. But it flickers/Faces and darkness separate us over and over.

Now I am a lake. A woman bends over me/Searching my reaches for what she really is/Then she turns to those liars, the candles or the moon/I see her back, and reflect it faithfully/She rewards me with tears and an agitation of hands/I am important to her. She comes and goes/Each morning it is her face that replaces the darkness/In me she has drowned a young girl, and in me an old woman/Rises toward her day after day, like a terrible fish.

klik.gr

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ